Μηνιγγίτιδα

Βακτηριδιακή μηνιγγίτιδα

 

Η βακτηριδιακή μηνιγγίτιδα (μηνιγγιτιδοκοκκική νόσος) προκαλείται κατά κύριο λόγο από βακτήρια όπως ο μηνιγγιτιδόκοκκος, ο πνευμονιόκοκκος και ο αιμόφιλος ινφλουένζας τύπου Β, τα οποία ευθύνονται για 90% της βακτηριακής μηνιγγίτιδας στα παιδιά. Οι ενήλικες προσβάλλονται κυρίως από πνευμονιόκοκκο, ενώ ακολουθούν ο μηνιγγιτιδόκοκκος και η λιστέρια.

Η μηνιγγιτιδοκοκκική νόσος μπορεί να προκαλέσει από πυρετό και ασυμπτωματική βακτηριαιμία μέχρι σηψαιμία, τοξική καταπληξία ή ακόμη και θάνατο. Μπορεί επίσης να προκαλέσει λοίμωξη συγκεκριμένων οργάνων.

Η μηνιγγίτιδα που προκαλείται από το βακτήριο Neisseria meningitidis παρουσιάζει συνήθως την εξής κλινική εικόνα: ξαφνικός πυρετός, ναυτία, έμετος, κεφαλαλγία, μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης και μυϊκός πόνος. Συχνά εμφανίζεται εξάνθημα, όπως και σπασμοί. Η μηνιγγίτιδα που οφείλεται στο βακτήριο Haemophilus influenzae ή Streptococcus pneumoniae προκαλεί επιληπτικές κρίσεις συχνότερα από τη μηνιγγιτιδοκοκκική μηνιγγίτιδα. Σε περιπτώσεις γενικευμένης λοίμωξης παρατηρούνται σηπτική αρθρίτιδα, περικαρδίτιδα και πνευμονία.

 

Επιπλοκές

 

Κάποιες από τις σοβαρότερες επιπλοκές είναι η διάχυτη ενδαγγειακή πήξη (η οποία μπορεί να οδηγήσει σε γενικευμένη αιμορραγία), το σηπτικό σοκ, η νέκρωση των άκρων και η κεραυνοβόλος πορφύρα. Η οξεία λοίμωξη μπορεί επίσης να προκαλέσει αιμορραγία των επινεφριδίων, επιπεφυκίτιδα, αρθρίτιδα, περικαρδίτιδα, μυοκαρδίτιδα, πνευμονία, περιτονίτιδα και νεφρικά έμφρακτα. Στα παιδιά, το πιο συχνό νευρολογικό συνεπακόλουθο είναι η κώφωση, η οποία εμφανίζεται σε ποσοστό 5-10%.

Η συνολική θνητότητα της νόσου κυμαίνεται μεταξύ 5-15% ακόμα και σε αναπτυγμένες χώρες, ενώ η κεραυνοβόλος σηψαιμία μπορεί να προκαλέσει θανάτους στο 15-20% των περιπτώσεων.

 

Παθογόνο – Μετάδοση


Ο μηνιγγιτιδόκοκκος παρουσιάζει 13 οροομάδες από τις οποίες οι A, B, C, Y και W-135 είναι υπεύθυνες για την πλειοψηφία των περιστατικών διεισδυτικής νόσου. Στην Ελλάδα φαίνεται να επικρατεί η οροομάδα Β, ενώ στην Ευρώπη οι οροομάδες B και C και στην Αφρική και την Ασία η οροομάδα Α.

Η μετάδοση της Neisseria meningitidis γίνεται με άμεση επαφή από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω της αναπνευστικής οδού.

  

Πρόληψη – έλεγχος

 

Ο μηνιγγιτιδόκοκκος προκαλεί ενδημική νόσο αλλά και επιδημίες.
Για τον έλεγχο των επιδημιών οι αρχές ενημερώνουν το κοινό να αποφεύγει τη στενή επαφή και την έκθεση σε σταγονίδια καθώς και να μειώνει τον συγχρωτισμό σε χώρους που συγκεντρώνεται πολύς κόσμος (στρατόπεδα, σχολεία, πλοία, χώροι εργασίας).

 

Εμβολιασμός


Στην Ελλάδα κυκλοφορεί μονοδύναμο εμβόλιο κατά του μηνιγγιτιδόκοκκου C το οποίο έχει αποδειχθεί ότι έχει βοηθήσει στον έλεγχο της νόσου όπου υπάρχει συστηματικός εμβολιασμός. Χορηγείται σε 1 δόση στην ηλικία των 12 μηνών σε παιδιά.

Κυκλοφορεί επίσης στη χώρα μας τετραδύναμο συζευγμένο εμβόλιο έναντι των οροομάδων A, C, W-135 & Y, το οποίο χορηγείται σε 1 δόση σε άτομα άνω των 11 ετών. 

Εδώ και ένα χρόνο έχει λάβει άδεια κυκλοφορίας στην Ευρώπη, και πρόσφατα και στην Αμερική, το νέο εμβόλιο κατά του μηνιγγιτιδόκοκκου οροομάδας Β (το οποίο έχει λάβει άδεια κυκλοφορίας και από τον ΕΟΦ), το οποίο φαίνεται, σύμφωνα με τις αρχικές μελέτες, ότι προκαλεί ανοσία, και για το σύντομο διάστημα κυκλοφορίας του, είναι ασφαλές.

 

Ιογενής Μηνιγγίτιδα

 

Η ιογενής (άσηπτη) μηνιγγίτιδα συχνά εμφανίζεται με μη-ειδικά συμπτώματα και ξαφνικό πυρετό. Ανάλογα με τον ιό που την προκαλεί, μπορεί να εμφανιστεί και εξάνθημα. Η αυχενική δυσκαμψία παρουσιάζεται τουλάχιστον στο 50% των ασθενών, ενώ κεφαλαλγία και φωτοφοβία εμφανίζεται στους ενήλικες και μεγαλύτερους ασθενείς. Το εξάνθημα χεριών, ποδιών και στόματος πιθανότατα οφείλεται σε λοίμωξη από τον ιό Coxsackie A, ενώ ο ιός Coxsackie Β προκαλεί συνήθως περικαρδίτιδα ή πλευρίτιδα.

 

Επιπλοκές

 

Ως επιπλοκές της νόσου αναφέρονται το σύνδρομο Guillain-Barre (ένα σπάνιο νευρολογικό νόσημα στο οποίο το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού επιτίθεται εναντίον των νεύρων, με αποτέλεσμα ο ασθενής να παρουσιάζει παράλυση και μούδιασμα στα χέρια και τα πόδια), η εγκάρσια μυελίτιδα (η οποία οδηγεί σε αλλοιώσεις του νωτιαίου μυελού), η ημιπληγία (παράλυση της μιας πλευράς του σώματος) και η παρεγκεφαλιδική αταξία.

Πάνω από το 60% των κρουσμάτων ιογενούς μηνιγγίτιδας οφείλονται στους ιούς Coxsackie και Echo και εμφανίζονται συχνότερα σε παιδιά και βρέφη ως τριών μηνών.

Η νόσος προσβάλλει όλες τις ηλικίες και κυρίως τα βρέφη μικρότερα του έτους καθώς και τα παιδιά 5-10 ετών. Πολλά κρούσματα στο τέλος του χειμώνα οφείλονται στον ιό της παρωτίτιδας, ενώ οι αδενοϊοί παρουσιάζουν αυξημένη επίπτωση την άνοιξη.

Η μετάδοση της νόσου ποικίλει ανάλογα με τον ιό. Αποκλειστικά από τον άνθρωπο μεταδίδονται οι εντεροϊοί, η ιλαρά, η παρωτίτιδα, ο απλός έρπητας και η ανεμευλογιά. Ανάλογα με τον παράγοντα ποικίλλει και η περίοδος μεταδοτικότητας.

  

Προληπτικά μέτρα και εμβολιασμός

 

Τα προληπτικά μέτρα επίσης ποικίλλουν ανάλογα με τον λοιμογόνο παράγοντα. Για τους εντεροϊούς, που αποτελούν και το συχνότερο παράγοντα ιογενούς μηνιγγίτιδας, συνιστάται σχολαστική καθαριότητα χεριών.

Τα εμβόλια που διατίθενται αφορούν την πρόληψη νόσων όπως η πολιομυελίτιδα, η ιλαρά, η παρωτίτιδα, η ανεμευλογιά, η γρίπη, και η λύσσα.

 

Πηγή:

  1. American Heymann DL (editor). American Public Health Association. Control of communicable diseases manual, 19th edition. 2008; p. 414-426.
  2. Swartz M. Meningitis: bacterial, viral, and other. In: Goldman L, Ausiello D (eds). Cecil Medicine. 23rd ed. Philadelphia, PA: Saunders Elsevier; 2007: 2754-2771
  3. http://www.keelpno.gr/

 

«Αυτές οι πληροφορίες προορίζονται για γενική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη συμβουλή ιατρού ή άλλου αρμόδιου επαγγελματία υγείας.»