Ιλαρά, Ερυθρά, Παρωτίτιδα

Ιλαρά

 

H ιλαρά προκαλείται από τον ιό της ιλαράς και είναι μια ιογενής λοίμωξη υψηλής μεταδοτικότητας. Ο ιός εισέρχεται στον οργανισμό από το αναπνευστικό σύστημα και εγκαθίσταται στον αναπνευστικό βλεννογόνο και τους επιχώριους λεμφαδένες όπου και πολλαπλασιάζεται. Από εκεί μεταφερεται στο αίμα και σε άλλα όργανα.

Μεταδίδεται κυρίως αερογενώς από άτομο σε άτομο με σταγονίδια που αποβάλλουν οι ασθενείς και σπανιότερα από αντικείμενα που μολύνθηκαν από ρινικές και φαρυγγικές εκκρίσεις πολύ πρόσφατα.

Η νόσος διακρίνεται σε τρία στάδια:

α) πρόδρομο (καταρροϊκό) στάδιο, με διάρκεια 2-4 ημέρες, και συμπτώματα πυρετού έντονης καταρροής, βήχα, επιπεφυκίτιδας και φωτοφοβίας.

β) εξανθηματικό στάδιο με διάρκεια 5-6 ημέρες, το οποίο χαρακτηρίζεται από ερυθρό εξάνθημα που γρήγορα εξαπλώνεται στο πρόσωπο, τον κορμό και τα άκρα.

γ) στάδιο της αποδρομής (ανάρρωσης) όπου ο πυρετός σταδιακά υποχωρεί μαζί με το εξάνθημα. 

Οι πιθανές επιπλοκές συνήθως αφορούν το πεπτικό, αναπνευστικό και το κεντρικό νευρικό σύστημα και περιλαμβάνουν συμπτώματα όπως διάρροια, πνευμονία, οξεία μέση ωτίτιδα, και οξεία εγκεφαλίτιδα. Οι ενήλικες νοσούν σπάνια από ιλαρά αλλά πιο σοβαρά από τα παιδιά. Ιδιαίτερα επικίνδυνη είναι η νόσηση κατά την εγκυμοσύνη, η οποία σχετίζεται με αποβολή του εμβρύου, πρόωρο τοκετό, και χαμηλού βάρους γέννησης νεογνό.

Στις αναπτυγμένες χώρες μόνο το 1-2% των κρουσμάτων καταλήγει σε θάνατο, ενώ στις αναπτυσσόμενες χώρες η θνητότητα αγγίζει το 25%.

 

Πρόληψη - Εμβολιασμός

 

Στις ανεπτυγμένες χώρες, πριν την καθιέρωση του εμβολιασμού, νοσούσε περίπου το 90% του πληθυσμού ως την ηλικία των 15 ετών. Μετά την εφαρμογή του εμβολιασμού, σε χώρες με υψηλή εμβολιαστική κάλυψη, μειώθηκε η επίπτωση της νόσου έως 98%. Κατά τη διάρκεια των ετών 2000-2013, ο εμβολιασμός έναντι της ιλαράς είχε ως αποτέλεσμα την πρόληψη 15.6 εκατομμυρίων θανάτων παγκοσμίως.

Παρά την εφαρμογή εμβολιασμού έναντι της ιλαράς σε πολλές χώρες του κόσμου, ο στόχος του ΠΟΥ για εξάλειψη της ιλαράς δεν έχει επιτευχθεί ακόμα. Μετά την εξάλειψη της πολιομυελίτιδας, η νόσος αυτή αποτελεί τον επόμενο στόχο.

Το εμβόλιο έναντι της ιλαράς συνιστάται να γίνεται υποδόρια σε δυο δόσεις, σε ηλικίες 12-15 μηνών και 4 ετών. Το εμβόλιο κυκλοφορεί με τη μορφή τριδύναμου (ιλαράς-ερυθράς-παρωτίτιδας) ή τετραδύναμου εμβολίου (ιλαράς-ερυθράς-παρωτίτιδας-ανεμευλογιάς).

Πηγές:

  1. http://www.keelpno.gr/
  2. CDC. Epidemiology and Prevention of Vaccine-Preventable Diseases (The Pink Book). Hamborsky J, Kroger A, Wolfe S (editors). 13th ed. Washington D.C. Public Health Foundation, 2015; pp. 209-230

  

Ερυθρά

 

Η ερυθρά οφείλεται στον ιό της ερυθράς και είναι ιογενής λοίμωξη. Ο ιός εισέρχεται στον οργανισμό από το αναπνευστικό σύστημα, αποικίζει το επιθήλιο του ρινοφάρυγγα και προκαλεί πρωτοπαθή και δευτεροπαθή ιαιμία. Η νόσος παρουσιάζει υψηλή μεταδοτικότητα, μεταδίδεται από άτομο σε άτομο με τις ρινοφαρυγγικές εκκρίσεις, με άμεση επαφή ή με σταγονίδια από άτομα που νοσούν.

Διακρίνεται σε δύο μορφές:
 
α) επίκτητη ερυθρά, η οποία είναιήπια εξανθηματική ιογενής νόσος που συχνά είναι  ασυμπτωματική ή υποκλινική (το άτομο δεν καταλαβαίνει ότι νοσεί). Στα παιδιά εμφανίζεται συνήθως με εξάνθημα στο πρόσωπο που απλώνεται στον κορμό και στα άκρα και συνήθως εξασθενεί μετά από λίγες  ημέρες, ενώ στους ενήλικες προκαλεί καταβολή, πυρετό, ανορεξία και συμπτώματα από το ανώτερο αναπνευστικό. Ακολουθεί γενικευμένη επώδυνη λεμφαδενοπάθεια, η οποία διαρκεί αρκετές εβδομάδες. Οι ενήλικες μπορεί να παρουσιάσουν αρθραλγία και αρθρίτιδα, επιπεφυκίτιδα και ορχίτιδα.


β) συγγενής ερυθρά προκύπτει όταν κατά τη λοίμωξη της εγκύου ο ιός περνά στο έμβρυο με αποτέλεσμα τη γέννηση νεογνού με συγγενείς ανωμαλίες, την αυτόματη αποβολή του εμβρύου ή πρόωρο τοκετό. Οι επιπλοκές μπορεί να είναι σοβαρές, με την κώφωση να είναι η συχνότερη. Επίσης προσβάλλονται τα μάτια από καταρράκτη, μικροφθαλμία, γλαύκωμα και αμφιβληστροειδοπάθεια. Συγγενής καρδιοπάθεια προκαλείται στα μισά τουλάχιστον παιδιά μητέρων που νόσησαν κατά τους δυο πρώτους μήνες της κύησης. Στο κεντρικό νευρικό σύστημα οι πιθανές βλάβες περιλαμβάνουν μικροκεφαλία, πνευματική καθυστέρηση και διαταραχές της συμπεριφοράς.


Επιπλοκές


Οι επιπλοκές της νόσου δεν είναι συνηθισμένες και εμφανίζονται συχνότερα στους ενήλικες παρά στα παιδιά. Οι γυναίκες μπορεί να εμφανίσουν αρθρίτιδα ή αρθραλγία, κάτι που σπάνια εμφανίζεται σε παιδιά ή ενήλικες άνδρες. Σπανίως παρουσιάζεται εγκεφαλίτιδα και η θνητότητα κυμαίνεται από 0-50%.


Πρόληψη – εμβολιασμός


Ο εμβολιασμός εξασφαλίζει μακροχρόνια, και ενδεχομένως ισόβια, ανοσία.  Ο συστηματικός εμβολιασμός έχει περιορίσει σημαντικά τις επιδημίες ερυθράς, οι οποίες συνέβαιναν κάθε τέσσερα με εννέα χρόνια. Στον παιδικό πληθυσμό η νοσηρότητα από ερυθρά έχει μειωθεί στο ελάχιστο. Στην Ελλάδα, μετά την επιδημία του 1993 και μιας μικρότερης σε αριθμό κρουσμάτων το 1999, η επίπτωση της νόσου έχει μειωθεί σημαντικά και πλέον δηλώνονται ελάχιστα σποραδικά κρούσματα.    

Η πρόληψη της ερυθράς γίνεται με την χορήγηση του εμβολίου της ερυθράς που περιέχει το εξασθενημένο στέλεχος RA 27/3 του ιού της ερυθράς που καλλιεργείται σε ανθρώπινα διπλοειδή κύτταρα και γίνεται υποδόρια. Στην Ελλάδα κυκλοφορείως τριδύναμο, με ιλαρά και παρωτίτιδα και ως τετραδύναμο, με ιλαρά, παρωτίτιδα και ανεμευλογιά εμβόλιο. 

    

Πηγές:

  1. http://www.keelpno.gr/
  2. http://www.cdc.gov/rubella/about/index.html

  

 

Παρωτίτιδα

 

Η παρωτίτιδα οφείλεται στον ιό της παρωτίτιδας, ο οποίος ανήκει στην ομάδα των παραμυξοιών και είναι οξεία ιογενής νόσος. Τα πρώτα συμπτώματα εμφάνισης της νόσου περιλαμβάνουν μυαλγία, ανορεξία, κακουχία, κεφαλαλγία και χαμηλό πυρετό. Επώδυνη διόγκωση των σιελογόνων αδένων (συνήθως της παρωτίδας) είναι το πιο χαρακτηριστικό  σύμπτωμα. Ένα ποσοστό 20% των ατόμων με λοίμωξη δεν εμφανίζει συμπτώματα ενώ ένα ποσοστό 40%-50% μπορεί να έχει μη ειδικά συμπτώματα. Η ασυμπτωματική λοίμωξη είναι συχνότερη στους ενήλικες παρά στα παιδιά.

 

Μετάδοση

 

Ο ιός μεταδίδεται από άτομο σε άτομο μέσω της επαφής με αναπνευστικές εκκρίσεις όπως το σάλιο από ένα μολυσμένο άτομο. Όταν ένα μολυσμένο άτομο βήχει ή φτερνίζεται, τα σταγονίδια αυτά μπορούν να εισέλθουν στα μάτια, τη μύτη ή το στόμα ενός άλλου ατόμου και να προκαλέσουν λοίμωξη. Η επίπτωση της νόσου είναι μεγαλύτερη το χειμώνα και την άνοιξη ωστόσο κρούσματα παρατηρούνται όλο το έτος. Η μεταδοτικότητα είναι ανάλογη αυτής της γρίπης και της ερυθράς, αλλά μικρότερη της ιλαράς και της ανεμευλογιάς.

 

Επιπλοκές

 

Οι πιθανότερες επιπλοκές του κεντρικού νευρικού συστήματος περιλαμβάνουν τη μορφή άσηπτης μηνιγγίτιδας που συμβαίνει ασυμπτωματικά σε 50%-60% των ασθενών ενώ συμπτωματική μηνιγγίτιδα παρουσιάζεται στο 10-15% των ασθενών. Σπάνια επιπλοκή είναι η εγκεφαλίτιδα, ενώ συχνότερη επιπλοκή είναι η ορχίτιδα που εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε μετεφηβικούς άρρενες, σε ποσοστό ως και 50%. Άλλες επιπλοκές είναι η ωοθηκίτις, η παγκρεατίτιδα, η κώφωση. Προκαλεί επίσης αυτόματη αποβολή στην έγκυο που νοσεί κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης.

 

Πρόληψη - εμβολιασμός

 

Η πρόληψη της παρωτίτιδας επιτυγχάνεται με τον εμβολιασμό. Ο εμβολιασμός συνιστάται να γίνεται υποδόρια σε δύο δόσεις σε ηλικία 12-15 μηνών και 4 ετών με τη μορφή τριδύναμου (ιλαράς-ερυθράς-παρωτίτιδας) ή τετραδύναμου εμβολίου (ιλαράς-ερυθράς-παρωτίτιδας-ανεμευλογιάς).

Με το συστηματικό εμβολιασμό οι επιδημίες της νόσου έχουν μειωθεί σημαντικά, όμως παρά την εισαγωγή του εμβολίου για την παρωτίτιδα στα εθνικά προγράμματα εμβολιασμού σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών χωρών από τη δεκαετία του ‘80, επιδημίες συνεχίζουν να εκδηλώνονται.

Πηγές:

  1. http://www.keelpno.gr/
  2. http://www.cdc.gov/mumps/

«Αυτές οι πληροφορίες προορίζονται για γενική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη συμβουλή ιατρού ή άλλου αρμόδιου επαγγελματία υγείας.»