Διφθερίτιδα, Τέτανος, Κοκκύτης, Πολιομυελίτιδα

Διφθερίτιδα

 

Το τοξινογόνο κορυνοβακτηρίδιο της διφθερίτιδας προκαλεί νόσο της ανώτερης αναπνευστικής οδού που χαρακτηρίζεται από πονόλαιμο, χαμηλό πυρετό και προσκολλημένη μεμβράνη που καλύπτει τις αμυγδαλές, το φάρυγγα και/ή τη μύτη. Μπορεί να δυσκολεύσει στην κατάποση ή στην αναπνοή, προκαλώντας ακόμη και ασφυξία.

Η τοξίνη που παράγεται είναι δυνατόν να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές στον οργανισμό, όπως καρδιακή ανεπάρκεια και παράλυση. Το ποσοστό θνησιμότητας ανέρχεται στο 10%. Τα κρούσματα στις αναπτυγμένες χώρες είναι σήμερα ελάχιστα λόγω των συστηματικών εμβολιασμών για τη νόσο.

Η μετάδοση της διφθερίτιδας γίνεται από σταγονίδια από την περιοχή του ρινοφάρυγγα, μέσω του βήχα ή του φτερνίσματος κάποιου που έχει προσβληθεί. Η νόσος προσβάλλει συνήθως παιδιά μεγαλύτερα του ενός έτους γιατί τα νεογνά προστατεύονται συνήθως από τα μητρικά αντισώματα.

 

Θεραπεία – αντιμετώπιση

 

Σε περίπτωση εκδήλωσης της νόσου συνιστάται η άμεση αντιμετώπιση με χρήση αντιδιφθεριτικού ορού και αντιβιοτικών (πενικιλίνη ή ερυθρομυκίνη).

 

Πρόληψη – εμβολιασμός

 

Σήμερα η εμφάνιση της νόσου είναι σπάνια, ενώ έχει πρακτικά εξαφανισθεί από τον ανεπτυγμένο κόσμο λόγω των τακτικών εμβολιασμών. Η πρόληψη της νόσου γίνεται μέσω των συνδυασμένων εμβολίων DTaP τα οποία προστατεύουν από τον τέτανο, τη διφθερίτιδα και τον κοκκύτη και χορηγούνται ενδομυϊκά.

Πηγές:

  1. Ryan KJ, Ray CG (editors) (2004).Sherris Medical Microbiology (4th ed.). McGraw Hill. pp. 299–302
  2. http://www.cdc.gov/diphtheria/about/index.html
  3. Havaldar, PV; Sankpal MN, Doddannavar RP. (2000) Annals of Tropical Paediatrics; 20 (3): 209–15
  4. http://www.cdc.gov/vaccines/pubs/pinkbook/dip.html#epi

 

Τέτανος

 

Ο τέτανος οφείλεται στο κλωστηρίδιο του τετάνου, μια εξωτοξίνη που αναπτύσσεται αναερόβια στην περιοχή ενός τραύματος.

Υπάρχουν τρεις μορφές της ασθένειας:

α) Λιγότερο συνηθισμένη μορφή της νόσου είναι ο εντοπισμένος τέτανος. Γενικά είναι ηπιότερος, αφού η θνησιμότητα βρίσκεται στο 1% και χαρακτηρίζεται από επίμονη μυϊκή σύσπαση στην ίδια ανατομική περιοχή που βρίσκεται το τραύμα.

β) Συχνότερη μορφή της νόσου είναι ο γενικευμένος τέτανος. Χαρακτηριστικά συμπτώματα είναι η σύσπαση των μασητήρων μυών, οι  επώδυνοι τονικοκλονικοί σπασμοί, ο λαρυγγόσπασμος, που μπορεί να προκαλέσει ασφυξία, και ο σπασμός του σφιγκτήρα της ουροδόχου κύστης. Μπορούν να προκληθούν κυκλοφορικές διαταραχές όπως υπέρταση, ταχυκαρδία και αρρυθμία. Μετά από μήνες ο ασθενής αναμένεται να αναρρώσει πλήρως.

γ) Μια επιπλέον μορφή της νόσου είναι ο νεογνικός τέτανος, ο οποίος είναι γενικευμένος και προκαλείται σενεογνά που γεννιούνται από ανεμβολίαστες μητέρες σε άσχημες συνθήκες υγιεινής, όπου δεν υπάρχει αποστείρωση κατά τον τοκετό. Λίγες μέρες μετά τη γέννηση εκδηλώνεται γενικευμένη αδυναμία, έντονη ανησυχία, άπνοιες και δυσκολία στο θηλασμό. Κατόπιν εμφανίζονται τετανικοί σπασμοί και οπισθότονος. Η μορφή αυτή της νόσου έχει πολύ υψηλή θνητότητα και προκαλεί νευρολογικές βλάβες στους επιζώντες.

Το κλωστηρίδιο και οι σπόροι του τετάνου βρίσκονται κυρίως στο έδαφος, τη σκόνη και τον εντερικό σωλήνα ανθρώπων και ζώων. Συνήθως απαντάται σε αγροτικές περιοχές, όπου σημαντικός αριθμός ατόμων φέρει το μικροοργανισμό, οι σπόροι του οποίου μπορούν επίσης να βρεθούν σε δερματικές επιφάνειες. Το κλωστηρίδιο πολλαπλασιάζεται μόνο στο σημείο που ενοφθαλμίζεται και δεν κυκλοφορεί στον οργανισμό, ενώ παράγει δύο τοξίνες: την τετανοσπασμίνη, μια  ισχυρότατη νευροτρόπο τοξίνη που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και ευθύνεται για την κλινική εικόνα της νόσου, και την τετανολυσίνη, που προκαλεί αιμόλυση των ερυθρών αιμοσφαιρίων.

 

Επιδημιολογία

 

Ο τέτανος είναι σπάνιος στη Δυτική Ευρώπη και τα συχνότερα κρούσματα είναι σε αγροτικές περιοχές, όπου τα προγράμματα εμβολιασμού είναι ανεπαρκή, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου είναι πιθανότερη η επαφή με περιττώματα ζώων. Η κύρια ομάδα υψηλού κινδύνου είναι οι ηλικιωμένοι που μπορεί να μην είναι πλήρως εμβολιασμένοι καθώς επίσης οι χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών και οι διαβητικοί

Στην Ευρώπη ο συνολικός δείκτης δήλωσης από 27 χώρες παραμένει πολύ χαμηλός στο 0,02/100.000 πληθυσμού και το 74% των δηλωθέντων κρουσμάτων αφορά ενήλικες ≥65 ετών. Στις αναπτυσσόμενες χώρες τα νεογνά αποτελούν επίσης ομάδα υψηλού κινδύνου (>270.000 θάνατοι παγκοσμίως το χρόνο τα έτη 2000-2003).

 

Τρόποι μετάδοσης

 

Η μετάδοση της νόσου γίνεται κυρίως μέσω επιμολυσμένου τραύματος, το οποίο μπορεί να είναι μεγάλο ή μικρό. Το κλωστηρίδιο εισέρχεται στον οργανισμό από τραύμα, έγκαυμα ή το ομφαλικό κολόβωμα.

Η λοίμωξη από κλωστηρίδιο τετάνου  μπορεί να προκληθεί μετά από χειρουργικές επεμβάσεις, εγκαύματα, βαθιά τραύματα από βελόνα, μέση ωτίτιδα, οδοντική λοίμωξη, δήγμα ζώου, έκτρωση και εγκυμοσύνη.

Ο τέτανος δεν μεταδίδεται από άτομο σε άτομο. Αποτελεί το μόνο λοιμώδες νόσημα που προλαμβάνεται με εμβολιασμό χωρίς να είναι μεταδοτικό. Ο χρόνος επώασης ποικίλλει από τρεις ως 21 μέρες. Όσο μικρότερος είναι ο χρόνος επώασης, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα του θανάτου.

 

Διάγνωση

 

Η διάγνωση είναι αποκλειστικά κλινική και δεν στηρίζεται σε βακτηριολογική επιβεβαίωση. Το ιστορικό πρόσφατου τραυματισμού και μη εμβολιασμού και η ανάλογη κλινική εικόνα αποτελούν τα σημεία στα οποία στηρίζεται η διάγνωση.

 

Πρόληψη –εμβολιασμός

 

Η πρόληψη του τετάνου γίνεται με χορήγηση αντιτετανικού εμβολίου. Το εμβόλιο κυκλοφορεί ως μονοδύναμο, διδύναμο (DT) σε συνδυασμό με διφθερίτιδα, και τριδύναμο (DTaP/Tdap) με διφθερίτιδα και κοκκύτη, και χορηγείται ενδομυϊκά. Η αποτελεσματικότητα του εμβολίου του τετάνου φθάνει το 100% και η διάρκεια ανοσίας τα 10 χρόνια. Σε περιπτώσεις τραυματισμού χορηγείται υπεράνοση αντιτετανική γ-σφαιρίνη (TIG) ενδομυϊκά, ανεξάρτητα από την ηλικία του ασθενούς, σε ασθενείς με ρυπαρά και βαθιά τραύματα και ιστορικό μη εμβολιασμού ή άγνωστο ιστορικό ή εμβολιασμό με λιγότερες από 3 δόσεις του εμβολίου.

Πηγές:

 

  1. CDC. Epidemiology and Prevention of Vaccine-Preventable Diseases (The Pink Book). Atkinson W, Wolfe S, Hamborsky J, eds. 12th ed. Washington DC: Public Health Foundation, 2011.
  2. Kliegman RM, St. Geme JWIII, Behrman RE, Schor NF, Stanton BF (editors). Nelson textbook of pediatrics. 19th ed. Philadelphia: Saunders Elsevier. 2011; p. 991-993.
  3. Heymann DL (editor). American Public Health Association. Control of communicable diseases manual, 19th edition. 2008; p. 602-609.
  4. Royal College of Paediatrics and Child Health. Manual of childhood infections, 3rd edition. Sharland M ed. Oxford University Press 2011; p. 735-37.
  5. WHO. Tetanus vaccine: WHO position paper. Wkly Epidemiol Rec 2006; 81: 198-208
  6. ECDC. Annual epidemiological report on communicable diseases in Europe 2010. Stockholm: ECDC; 2010, p. 163-5. Available at: http://ecdc.europa.eu/en/publications/Publications/1011_SUR_Annual_Epidemiological_Report_on_Communicable_Diseases_in_Europe.pdf

 

Κοκκύτης

 

Ο κοκκύτης προκαλείται από τον αιμόφιλο του κοκκύτη (Bordetella pertussis) και είναι οξεία μικροβιακή λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος.

Η νόσος διακρίνεται σε τρία στάδια:

  • Το πρόδρομο ή καταρροϊκό. Διαρκεί 1-2 εβδομάδες κατά τις οποίες ο ασθενής έχει καταρροϊκά φαινόμενα και άτυπο ερεθιστικό ξηρό βήχα, αρχικά νυκτερινό.
  • Το παροξυσμικό. Διαρκεί 1-6 εβδομάδες και ο βήχας γίνεται προοδευτικά εντονότερος, επέρχεται κατά παροξυσμούς και παίρνει σπασμωδικό (κοκκυτικό) χαρακτήρα. Ο παροξυσμός περιλαμβάνει επεισόδια βήχα που διαδέχονται το ένα το άλλο με αυξανόμενη ένταση που συχνά τελειώνουν με εμετό.
  • Το στάδιο της αποδρομής. Διαρκεί 2-3 εβδομάδες και οι παροξυσμοί γίνονται ηπιότεροι και αραιότεροι και τελικά σταματούν.

Η νόσος μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές, κυρίως στο αναπνευστικό και στο κεντρικό νευρικό σύστημα, συχνότερα σε βρέφη και εξασθενημένα παιδιά. Η συχνότερη επιπλοκή είναι η δευτεροπαθής πνευμονία η οποία αποτελεί και τη συχνότερη αιτία θανάτου. Η κοκκυτική εγκεφαλοπάθεια είναι βαρύτατη επιπλοκή, προσβάλλει κυρίως βρέφη και κλινικά εμφανίζεται με σπασμούς, αταξία, εστιακά νευρολογικά συμπτώματα και κώμα. Άλλες λιγότερο σοβαρές επιπλοκές του κοκκύτη περιλαμβάνουν μέση ωτίτιδα, ανορεξία και αφυδάτωση.

 

Τρόπος μετάδοσης

 

Η μετάδοση της νόσου γίνεται αερογενώς με σταγονίδια ή με άμεση επαφή με εκκρίσεις από το αναπνευστικό σύστημα νοσούντων ατόμων. Επωάζεται συνήθως μέσα σε 7 έως 10 ημέρες, και ως νόσος έχει υψηλή μεταδοτικότητα κυρίως κατά τη διάρκεια του καταρροϊκού σταδίου καθώς και τις δυο πρώτες εβδομάδες από την έναρξη του βήχα (περίπου 21 ημέρες).

 

Επιδημιολογία

 

Ο κοκκύτης αποτελεί σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας παγκοσμίως, αφού κάθε χρόνο παρατηρούνται 50.000.000 περιπτώσεις και 300.000 θάνατοι. Μεγαλύτερη είναι η θνησιμότητα σε παιδιά στα αναπτυσσόμενα κράτη (4%) ενώ τα νεογνά παρουσιάζουν ιδιαίτερα υψηλή θνητότητα και νοσηρότητα. Στις χώρες όπου διενεργείται συστηματικά εμβολιασμός η νοσηρότητα έχει μειωθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. 

 

Διάγνωση

 

Η διάγνωση του κοκκύτη στηρίζεται συνήθως στο χαρακτηριστικό ιστορικό, την κλινική εικόνα και τη χαρακτηριστική λευκοκυττάρωση με υπεροχή των λεμφοκυττάρων.

  
Προληπτικά μέτρα

 

Η νόσος προλαμβάνεται με συστηματικό εμβολιασμό. Η αποτελεσματικότητα του ακκυταρικού εμβολίου κυμαίνεται από 80% ως 85% ενώ η προστατευτική του δράση εξασθενεί μετά την πάροδο πέντε ετών. Το ακυτταρικό εμβόλιο του κοκκύτη χορηγείται είτε σε συνδυασμό με τα εμβόλια διφθερίτιδας και τετάνου ως τριπλό εμβόλιο (DTaP) είτε σε πολυδύναμα εμβόλια κατά τον 2ο, 4ο, 6ο, 15ο-18ο μήνα ζωής και ακόμη στα 4-6 χρόνια.

Πηγές:

  1. http://www.keelpno.gr/
  2. http://www.cdc.gov/pertussis/about/index.html

 

Πολιομυελίτιδα

 

Η πολιομυελίτιδα είναι μια ιογενής λοίμωξη, που συνήθως αναγνωρίζεται από την οξεία έναρξη χαλαρής παράλυσης. Η παράλυση της πολιομυελίτιδας είναι συνήθως ασύμμετρη, με εμφάνιση πυρετού στην έναρξη. Ο μέγιστος βαθμός παράλυσης ολοκληρώνεται σε σύντομο χρονικό διάστημα, συνήθως μέσα σε τρεις-τέσσερις ημέρες, σε σημείο που εξαρτάται από τον εντοπισμό της κυτταρικής καταστροφής στο νωτιαίο μυελό και στο εγκεφαλικό στέλεχος. Πιο συχνά προσβάλλονται τα κάτω άκρα από τα άνω.

Στο 10% των περιπτώσεων εκδηλώνεται ήπια νόσος με συμπτώματα που περιλαμβάνουν πυρετό, κακουχία, κεφαλαλγία, ναυτία και έμετο. Η πολιομυελίτιδα παραμένει κυρίως νόσος των βρεφών και μικρών παιδιών, κάτω των πέντε ετών, με το 80-90% των κρουσμάτων να αφορά παιδιά κάτω των τριών ετών.


Ως αποτέλεσμα του συστηματικού εμβολιασμού, μαζί με την υπόλοιπη Ευρώπη, η Ελλάδα ανακηρύχθηκε ως «περιοχή ελεύθερη από πολιομυελίτιδα» τον Ιούνιο του 2002. Από το 1997 δεν έχει εμφανιστεί κρούσμα πολιομυελίτιδας οφειλόμενο σε άγριο ιό στη χώρα μας. Η εξάλειψη αυτή οφείλεται στην υψηλή εμβολιαστική κάλυψη και τα υψηλά επίπεδα ανοσίας του πληθυσμού. Ωστόσο στη χώρα μας υπολείπεται η εφαρμογή προγραμμάτων εμβολιασμού ειδικών πληθυσμιακών ομάδων, όπως αθίγγανοι, νομάδες, πρόσφυγες και μετανάστες.

 

Τρόπος μετάδοσης

 

Μεταδίδεται κυρίως από άτομο σε άτομο, βασικά μέσω της κοπρανο-στοματικής οδού και επωάζεται συνήθως μέσα σε 7-14 ημέρες για τις περιπτώσεις παράλυσης.  Ο ιός μπορεί να είναι του «άγριου» τύπου (αυτός που προκαλεί νόσο) ή του τύπου του εμβολίου (ιού που μπορεί να προκύψει από στέλεχος εμβολίου). Εξειδικευμένα εργαστήρια μπορούν να ξεχωρίσουν τον «άγριο» τύπο του ιού από τα στελέχη των εμβολίων.

 

Πρόληψη

 

Στο παρελθόν, ιδιαίτερα στις αρχές του 20ου αιώνα,  υπήρξαν μεγάλες επιδημίες στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ και προκάλεσαν την παράλυση χιλιάδων παιδιών. Μετά την εισαγωγή του εμβολίου με αδρανοποιημένο ιό (εμβόλιο Salk) το 1955 και του εμβολίου με τον εξασθενημένο ιό (εμβόλιο Sabin) το 1962, άλλαξε ριζικά η επιδημιολογία της νόσου.Μετά την εκρίζωση της ευλογιάς, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει θέσει ως στόχο και την εκρίζωση της πολιομυελίτιδας από τον πλανήτη μέσα από συστηματικά προγράμματα. Ο στόχος της εκρίζωσης της νόσου είναι εφικτός για τους εξής λόγους:

  • οι ιοί της πολιομυελίτιδας προσβάλλουν μόνο τον άνθρωπο
  • το εμβόλιο είναι αποτελεσματικό και φθηνό
  • η ανοσία έναντι της ασθένειας διαρκεί εφ΄ όρου ζωής
  • ο ιός επιβιώνει στο περιβάλλον για πολύ μικρό χρονικό διάστημα

Πηγές:

  1. http://www.keelpno.gr/
  2. http://www.who.int/mediacentre/factsheets/fs114/en/

 

«Αυτές οι πληροφορίες προορίζονται για γενική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη συμβουλή ιατρού ή άλλου αρμόδιου επαγγελματία υγείας.»