Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια

 

Με τον όρο Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) περιγράφεται μια ομάδα αναπνευστικών παθήσεων, όπως Χρόνια Βρογχίτιδα και Εμφύσημα, οι οποίες έχουν κοινό χαρακτηριστικό την απόφραξη των αεραγωγών του αναπνευστικού συστήματος, με αποτέλεσμα τη δύσπνοια που φτάνει να ταλαιπωρεί σε καθημερινή βάση τους ασθενείς. Η απόφραξη προοδευτικά επιδεινώνεται λόγω της εξελικτικής πορείας της φλεγμονής που δημιουργείται στους πνεύμονες από εκλυτικούς παράγοντες, ο κυριότερος των οποίων είναι το κάπνισμα1.

 

Επιδημιολογία1,2,3

 

Στην Ελλάδα, το 8,4% του πληθυσμού ηλικίας άνω των 35 ετών, δηλαδή περίπου 500.000 ασθενείς, πάσχουν από ΧΑΠ. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η ΧΑΠ είναι η μόνη αιτία θανάτου, της οποίας τα ποσοστά συνεχώς αυξάνονται. Είναι η 4η κυριότερη αιτία θανάτου παγκοσμίως σήμερα και αναμένεται να ανέβει στην 3η θέση το 2020.

 

Συμπτώματα1

 

Ο τυπικός ασθενής που πάσχει από ΧΑΠ είναι συνήθως καπνιστής, άνω των 45 ετών, με συχνές λοιμώξεις του αναπνευστικού, καθημερινή δύσπνοια, έντονη απόχρεμψη και βήχα, τον γνωστό «τσιγαρόβηχα». Η επιδείνωση της κατάστασης του ασθενούς λέγεται παρόξυνση, η οποία πέραν της ανάγκης τροποποίησης της θεραπείας που πιθανώς λαμβάνει, μπορεί ενίοτε να οδηγήσει τον ασθενή στα Επείγοντα Περιστατικά ή / και σε εισαγωγή του στο νοσοκομείο για νοσηλεία.

 

Διάγνωση1

 

H ΧΑΠ είναι μια σοβαρή, χρόνια νόσος, με συστηματικές εκδηλώσεις (επηρεάζονται κατά πολύ και άλλα ζωτικά όργανα) που συχνά υποδιαγιγνώσκεται από τους ιατρούς και υποεκτιμάται από τους ίδιους τους ασθενείς.

Η διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό του ασθενούς, τη φυσική εξέταση, αλλά και κλινικο­εργαστηριακές εξετάσεις (ακτινογραφία, σπιρομέτρηση κλπ). Από αυτές, η σπιρομέτρηση κατέχει ιδιαίτερη θέση τόσο στη διάγνωση, όσο και στην παρακολούθηση της πορείας του ασθενούς.

Κατά την σπιρομέτρηση, ο ασθενής φυσά μέσα σε σωλήνα που συνδέεται με το σπιρόμετρο και με τον τρόπο αυτό μετράται ο όγκος και η ροή του αέρα από τους πνεύμονες του ασθενούς.

Τι πρέπει να κάνει ο ασθενής που πάσχει από ΧΑΠ;

Το πρώτο που πρέπει να κάνει ο ασθενής είναι να κόψει το κάπνισμα σε όποιο στάδιο της νόσου και αν βρίσκεται. Η υπάρχουσα βλάβη στους πνεύμονες δεν μπορεί να αποκατασταθεί, αλλά η διακοπή του καπνίσματος αποτρέπει την επιδείνωση της νόσου.

Αν τα συμπτώματα δεν είναι ήπια και ο ασθενής ταλαιπωρείται τακτικά από αυτά, τότε ο θεράπων ιατρός θα προτείνει και κάποια φαρμακευτική αγωγή.

 

Θεραπευτική Αντιμετώπιση1

 

Η ΧΑΠ μπορεί να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί. Ωστόσο, όσο πιο νωρίς διαγνωσθεί, τόσο καλύτερα τα αποτελέσματα της θεραπείας. Εφόσον η πρόληψη (διακοπή καπνίσματος, αποφυγή άλλων παραγόντων κινδύνου) δεν έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα, ο στόχος της θεραπείας είναι βεβαίως η μείωση των επιπτώσεων της νόσου για τον ασθενή και η βελτίωση της ποιότητας ζωής του.

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλά θετικά βήματα προς την αποτελεσματικότερη θεραπευτική αντιμετώπιση της ΧΑΠ, με την εξέλιξη φαρμακευτικών θεραπειών (βρογχοδιασταλτικά, εισπνεόμενα στεροειδή), οι οποίες, χορηγούμενες σε συνδυασμό, μπορούν να αντιμετωπίσουν ολοκληρωμένα αυτήν την δύσκολη νόσο με την χρήση μιας μόνο συσκευής, με καλύτερο και πιο φιλικό, ως προς τη χρήση, αποτέλεσμα για τον ασθενή.

Στη διαθέσιμη φαρμακευτική φαρέτρα για την αντιμετώπιση της ΧΑΠ, συμμετέχει και η GSK. Το διαρκές ενδιαφέρον της GSK για τη σοβαρή αυτή νόσο, εκδηλώνεται μεταξύ άλλων και μέσα από το εκτεταμένο πρόγραμμα κλινικών δοκιμών και την ανάπτυξη νέων, καινοτόμων θεραπειών, με στόχο τη βελτίωση όλων των παραμέτρων της ασθένειας.

 

Πηγές:

1. Global Strategy for the Diagnosis, Management and Prevention of Chronic Obstructive Pulmonary Disease.   GOLD: 2015. Downloaded from: www.goldcopd.com

2.  World Health Organization. Chronic obstructive pulmonary disease (COPD). Factsheet No315, 2012. Accessed from www.who.int/mediacentre/factsheets/fs315/en/index.html. Last accessed 4 October 2013.

3. Sichletidis L et al Respiration 2005; 72:270-7

 

«Αυτές οι πληροφορίες προορίζονται για γενική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη συμβουλή ιατρού ή άλλου αρμόδιου επαγγελματία υγείας.»